Σάββατο 21 Μαΐου 2016

1 Χουχουβάγιες θα λαλάνε..

Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Πολλά κύματα φυγής έζησε ο τόπος μας από την απελευθέρωση και δώθε. Η κάθε μια άφηνε τα ερείπια της. Εκεί τρύπωναν οι κουκουβάγιες και λαλούσανε τις νύχτες και τρόμαζαν τους ζωντανούς. Ήταν το ανατριχιαστικό χαροπούλι. Όμως η επελαύνουσα νέα ζωή γρήγορα τα νεκρανάστανε και στις αυλές τους αχολογούσε το παιδομάνι και τιτίβιζαν τα τσιροπούλια
Εμείς που γεννηθήκαμε στα ευρυτανικά χωριά τη δεκαετία του 1950 είχαμε την τύχη –και την ατυχία- να τα δούμε στην παραγωγική και κοινωνική τους ακμή, να βιώσουμε –οι περισσότεροι- μια οδυνηρή φτώχεια και τέλος να φύγουμε, συμβάλλοντας στην οριστική τους παρακμή. Φύγαμε και μαζί μας εγκαταλείφτηκαν οριστικά τα χωράφια, τα βοσκοτόπια και τα λόγγια.
Το Καρπενήσι, παρ΄ ότι ο πρωτογενής τομέας εγκαταλείφτηκε νωρίτερα από ότι στα χωριά, όχι μόνο δεν ερήμωσε αλλά τράνεψε κιόλας, και τούτο γιατί ήταν το εμπορικό και διοικητικό κέντρο του νομού με άφθονο υπαλληλαριό και επιπλέον λειτούργησαν οι δυο οι θνησιγενείς –και νυν μακαρίτισσες- βιομηχανίες και κάποιες βιοτεχνίες, που κράτησαν αρκετόν κόσμο.
Σήμερα το Καρπενήσι, με ανύπαρκτη παραγωγική βάση στον πρωτογενή και στον δευτερογενή τομέα και θνησιμαίον τον τριτογενή, έχει μέλλον σκοτεινό και αβέβαιο. Ήταν πολλά τα λεφτά που έρευσαν στην περιοχή τα τελευταία χρόνια. Ένα μεγάλο κομμάτι απ΄ αυτά έγιναν μπετά και οικοδομές. Το Καρπενήσι μπορεί να στεγάσει δυο και τρεις φορές τον εαυτό του. Ο κόσμος όμως άρχισε να φεύγει και οι κουκουβάγιες, που σήμερα ενδιαιτώνται ακόμα στις πλαγιές και τα φαράγγια, ετοιμάζονται να μετοικήσουν.

Επειδή αυτοπροσδιορίζομαι ως συλλέκτης σκευών, αντικειμένων και εργαλείων του προβιομηχανικού μας πολιτισμού, είμαι αναγκαστικά και ένας καλός ερειπιολόγος. Όπου ιδώ ερείπιο-κουφάρι του λαϊκού αγροτικού μας πολιτισμού, σίγουρα θα το προσκυνήσω.
Ως παιδί είχα την τύχη να περπατήσω και να πατήσω τα χαλάσματα της φυγής των πατεράδων μας μετά τον εμφύλιο. Ως ενήλικας γεύτηκα τη ακροτελεύτια μαγεία του προβιομηχανικού μας πολιτισμού και στη συνέχεια υποδέχτηκα τις κουκουβάγιες, που οριστικά φώλιασαν στα ερείπια του. Σήμερα ο πανδαμάτωρ τα εξαφάνισε, έφυγαν κι οι κουκουβάγιες και η φύση πήρε την αρχική της άγρια μορφή.
Ελπίζω να μην συνεχίσω την ερειπιολογία μου ως γέρος –όταν και άμα γεράσω!- με τα τσιμεντόκουτα του Καρπενησιού και των περιχώρων του, που ωσονούπω “θα λαλάνε χουχουβάγιες”.

1 σχόλιο :

Ανώνυμος είπε...

Πέστα Αλέκο!!