Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Με τον ερχομό του εικοστού αιώνα τα πολυτελή αγγλικά κασμήρια, τα εργατικά ντρίλια και τα λοιπά βιομηχανικά υφάσματα, εκτόπισαν τους ντουλαμάδες, τις μπουραζάνες και βέβαια την τιμημένη φουστανέλα από την ενδυματολογία του Έλληνα. Έτσι εξαφανίστηκε ο Ελληνοράπτης και εμφανίστηκε ο Φραγκοράφτης, ο οποίος άρχισε την ιστορική του πορεία ως μάστορας με τη ραπτομηχανή του και τη τέλειωσε ως Εμποροράπτης.
Τα βιομηχανικά υφάσματα εκτός από τον φραγκοράφτη μας έφεραν και τους Αριστερούς. Τότε που τα ανδρικά γενετήσια ήταν στα ζύγια τους -όχι μοιρολέικα ή καλαβρέζικα και άλλα τέτοια- ήθελαν στην επίμαχη θέση του παντελονιού ειδική σακούλα, δεξιά ή αριστερά ανάλογα κατά που έγερναν. Έτσι ο κάθε βαρβάτος ραβόμενος δήλωνε στο φραγκοράφτη του αν ήταν Αριστερός ή Δεξιός.
Προσωπικά ο πρώτος φραγκοράφτης που έζησα και με έραψε ήταν στο χωριό μου ο οποίος, ίσως από τους δεξιούς που έβλεπε, γρήγορα τρελάθηκε. Επόμενός μου ράφτης ήταν ο καλός κ΄αγαθός Σιακαβέλλας, που ήταν κάτι μεταξύ ελληνοράπτη και φραγκοράφτη και στο τέλος επιμελείτο την ενδυματολογική μου τελειότητα ο μαίτρ της φραγκοραπτικής ο Βάρας.
Τελευταίοι πελάτες των φραγκοραφτών ήταν οι Αστυνομικοί. Η υπηρεσία μέχρι το 1980 –περίπου- τους έδινε το ύφασμα και αυτοί διάλεγαν το ράφτη, που ήξερε και έραβε στο στυλ του Τσεκλένη, και κυκλοφορούσαν σωστά μοντελάκια. Το πρώτο και τελευταίο κοστούμι, που έραψα σε φραγκοράφτη, ήταν το 1978 με το ύφασμα, που μου χάρισε ένας αστυφύλακας, γιατί δεν ήθελε να με βλέπει με τα άθλια παζαριώτικα χαζοπαντέλονα.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χουλιάρας Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χουλιάρας Α. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 17 Αυγούστου 2016
Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016
1 Η συναυλία της Τάμτα..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Είμαι ένας ιδιότροπος μεσήλικας που, για ό,τι και να γίνει στην μαγική μας πόλη, με την άξια δημοτική της αρχή, πάντα γκρινιάζω. Σήμερα, ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, σερφάροντας στο διαδίκτυο πέφτω σε μια είδηση “φωτιά και λάβρα στο Καρπενήσι” προχτές “η Τάμτα ανέβηκε στη σκηνή φορώντας ένα σέξι σύνολο και ξεσήκωσε τον κόσμο με τα τραγούδια αλλά και τον αντρικό πληθυσμό”. Συνεχίζοντας την περιήγησή μου, ενημερώθηκα από την υπεύθυνη του Δήμου: “θέλουμε να διατηρήσουμε τα ήθη και τα έθιμα, να αναβαθμίσουμε τα γλέντια των παλιότερων, ώστε να θυμούνται οι παλιοί και να γνωρίζουν οι νέοι”.
Πράγματι λοιπόν ως “παλιός” θυμήθηκα το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, που γινόταν στο χωριό μου. Η Αγία Παρασκευή είναι η εκκλησία του νεκροταφείου μας, εκεί στις παρυφές του χωριού και του δάσους. Σημειολογικά ήρθε στο νου μου, ότι τα ηπειρώτικα γλέντια άρχιζαν με μοιρολόγια, που ήταν ένα μνημόσυνο και προσκλητήριο των νεκρών στο γλέντι. Τέτοιο λοιπόν ήταν το δικό μας πανηγύρι προς τιμήν της Αγίας Παρασκευής, που διαφέντευε τον λειμώνα των προγόνων μας.
Οι άνθρωποι στο τέλος Ιουλίου, είχαν τελειώσει με τις βασικές γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες και χρειάζονταν μια μεγαλογιορτή για να γλεντοκοπήσουνε και λίγο.
Οι σοφοί πατέρες της Εκκλησίας θέσπισαν την γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Είκοσι δύο χρονών
Είμαι ένας ιδιότροπος μεσήλικας που, για ό,τι και να γίνει στην μαγική μας πόλη, με την άξια δημοτική της αρχή, πάντα γκρινιάζω. Σήμερα, ανήμερα της Αγίας Παρασκευής, σερφάροντας στο διαδίκτυο πέφτω σε μια είδηση “φωτιά και λάβρα στο Καρπενήσι” προχτές “η Τάμτα ανέβηκε στη σκηνή φορώντας ένα σέξι σύνολο και ξεσήκωσε τον κόσμο με τα τραγούδια αλλά και τον αντρικό πληθυσμό”. Συνεχίζοντας την περιήγησή μου, ενημερώθηκα από την υπεύθυνη του Δήμου: “θέλουμε να διατηρήσουμε τα ήθη και τα έθιμα, να αναβαθμίσουμε τα γλέντια των παλιότερων, ώστε να θυμούνται οι παλιοί και να γνωρίζουν οι νέοι”.
Πράγματι λοιπόν ως “παλιός” θυμήθηκα το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής, που γινόταν στο χωριό μου. Η Αγία Παρασκευή είναι η εκκλησία του νεκροταφείου μας, εκεί στις παρυφές του χωριού και του δάσους. Σημειολογικά ήρθε στο νου μου, ότι τα ηπειρώτικα γλέντια άρχιζαν με μοιρολόγια, που ήταν ένα μνημόσυνο και προσκλητήριο των νεκρών στο γλέντι. Τέτοιο λοιπόν ήταν το δικό μας πανηγύρι προς τιμήν της Αγίας Παρασκευής, που διαφέντευε τον λειμώνα των προγόνων μας.
Οι άνθρωποι στο τέλος Ιουλίου, είχαν τελειώσει με τις βασικές γεωργοκτηνοτροφικές εργασίες και χρειάζονταν μια μεγαλογιορτή για να γλεντοκοπήσουνε και λίγο.
Οι σοφοί πατέρες της Εκκλησίας θέσπισαν την γιορτή της Αγίας Παρασκευής. Είκοσι δύο χρονών
Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016
0 Για μια νέα εργατική νομοθεσία
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Το ιστορικό 1981, τότε που ο ανέτειλε ο αγκαθωτός πασοκοήλιος, βρέθηκα και γω, ως γνήσιος Έλλην, στο Δημόσιο. Οι αποδοχές μου τετραπλασιάστηκαν και η δουλειά μου υποτετραπλασιάστηκε σε σχέση με τη προηγουμένη ηρωική μου θητεία στην οικοδομή.
Ως ταξικά συνειδητοποιημένος εργαζόμενος ήρθα σε επαφή με το αντίστοιχο ΠΑΜΕ της εποχής. Οι συνδικαλιστές κήρυξαν απεργία για αύξηση μισθού (τι άλλο!). Όταν δήλωσα ότι “Εγώ δε θέλω περισσότερα λεφτά, περισσότερη δουλειά θέλω” έσβησα ως κόκκινος επαναστάτης. Πέρασα οριστικά στο μέρος του ταξικού μας εχθρού, που ήταν το ελληνικό Δημόσιο.
Με την εφαρμογή του πενθημέρου ενοχλήθηκα σφόδρα κι όταν είπα “Εγώ θέλω να δουλεύω κι όχι να κάθομαι” στα κρυφά μου παρήγγειλαν ζουρλομανδύα.
Όταν εφαρμόστηκε το εφτάωρο αντέδρασα δυναμικά. Όλοι σχόλαγαν κι εγώ καθόμουν ακόμα μια ώρα στο γραφείο, ώσπου με κάλεσε ο Διευθυντής για να δει τι σόι φρούτο ήμουνα. Ευτυχώς γλύτωσα την επίπληξη.
Όλοι είχαμε δίκιο.
Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στον εργασιακό χώρο της ορεινής αγροτοποιμενικής οικονομίας “όπου δεν είχε καθημερνές και σχόλες”, γιαυτό όταν είπα σε διάφορους διακοπομανείς: “Eγώ ούτε πήγα ποτέ διακοπές κι ούτε θέλω να πάω. Δουλειά θέλω”, όλοι κατάλαβαν τι σημαίνει να είσαι μπαστουνόβλαχος.
Το ιστορικό 1981, τότε που ο ανέτειλε ο αγκαθωτός πασοκοήλιος, βρέθηκα και γω, ως γνήσιος Έλλην, στο Δημόσιο. Οι αποδοχές μου τετραπλασιάστηκαν και η δουλειά μου υποτετραπλασιάστηκε σε σχέση με τη προηγουμένη ηρωική μου θητεία στην οικοδομή.
Ως ταξικά συνειδητοποιημένος εργαζόμενος ήρθα σε επαφή με το αντίστοιχο ΠΑΜΕ της εποχής. Οι συνδικαλιστές κήρυξαν απεργία για αύξηση μισθού (τι άλλο!). Όταν δήλωσα ότι “Εγώ δε θέλω περισσότερα λεφτά, περισσότερη δουλειά θέλω” έσβησα ως κόκκινος επαναστάτης. Πέρασα οριστικά στο μέρος του ταξικού μας εχθρού, που ήταν το ελληνικό Δημόσιο.
Με την εφαρμογή του πενθημέρου ενοχλήθηκα σφόδρα κι όταν είπα “Εγώ θέλω να δουλεύω κι όχι να κάθομαι” στα κρυφά μου παρήγγειλαν ζουρλομανδύα.
Όταν εφαρμόστηκε το εφτάωρο αντέδρασα δυναμικά. Όλοι σχόλαγαν κι εγώ καθόμουν ακόμα μια ώρα στο γραφείο, ώσπου με κάλεσε ο Διευθυντής για να δει τι σόι φρούτο ήμουνα. Ευτυχώς γλύτωσα την επίπληξη.
Όλοι είχαμε δίκιο.
Εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στον εργασιακό χώρο της ορεινής αγροτοποιμενικής οικονομίας “όπου δεν είχε καθημερνές και σχόλες”, γιαυτό όταν είπα σε διάφορους διακοπομανείς: “Eγώ ούτε πήγα ποτέ διακοπές κι ούτε θέλω να πάω. Δουλειά θέλω”, όλοι κατάλαβαν τι σημαίνει να είσαι μπαστουνόβλαχος.
Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016
0 Τα Πεταρούδια..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Ο άνθρωπος της γεωργικής εποχής ήταν τροφοσυλλέκτης και κυνηγός όλον το χρόνο. Ο Ιούλιος κι ο Αύγουστος όμως ήταν οι κατ΄ εξοχήν μήνες των παιδικών κυνηγιών. Οι μεγάλοι δούλευαν στα χωράφια και δεν τους περίσσευε χρόνος για κυνήγια άγριων ζώων.
Οι μικροί όμως και σχετικό ελεύθερο χρόνο είχαν και άφθονα πουλοκυνήγια υπήρχαν, με πρώτα και καλύτερα τα πεταρούδια στις φωλιές τους.
Γράφει το Δευτερονόμιο της Παλαιάς Διαθήκης: “Εάν συναντήσεις φωλιά μικρών πουλιών… μέσα στην οποίαν υπάρχουν πουλάκια η αυγά και η μητέρα τα θερμαίνει, θα αφήσεις ελεύθερη τη μητέρα και θα πάρεις για τον εαυτό σου μόνο τα πουλιά”. Εμείς ως βουκολόπαιδες, μόνο τη… φωλιά δεν τρώγαμε. Αυτά τα θυμήθηκα όταν ένα αδύναμο πεταρούδι προσγειώθηκε στο μπαλκόνι μου. Αν αυτό συνέβαινε πριν αρκετές δεκαετίες θα ξεκλήριζα όλη του την οικογένεια!
Ο άνθρωπος της γεωργικής εποχής ήταν τροφοσυλλέκτης και κυνηγός όλον το χρόνο. Ο Ιούλιος κι ο Αύγουστος όμως ήταν οι κατ΄ εξοχήν μήνες των παιδικών κυνηγιών. Οι μεγάλοι δούλευαν στα χωράφια και δεν τους περίσσευε χρόνος για κυνήγια άγριων ζώων.
Οι μικροί όμως και σχετικό ελεύθερο χρόνο είχαν και άφθονα πουλοκυνήγια υπήρχαν, με πρώτα και καλύτερα τα πεταρούδια στις φωλιές τους.
Γράφει το Δευτερονόμιο της Παλαιάς Διαθήκης: “Εάν συναντήσεις φωλιά μικρών πουλιών… μέσα στην οποίαν υπάρχουν πουλάκια η αυγά και η μητέρα τα θερμαίνει, θα αφήσεις ελεύθερη τη μητέρα και θα πάρεις για τον εαυτό σου μόνο τα πουλιά”. Εμείς ως βουκολόπαιδες, μόνο τη… φωλιά δεν τρώγαμε. Αυτά τα θυμήθηκα όταν ένα αδύναμο πεταρούδι προσγειώθηκε στο μπαλκόνι μου. Αν αυτό συνέβαινε πριν αρκετές δεκαετίες θα ξεκλήριζα όλη του την οικογένεια!
Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016
0 Οι ποταμοψαράδες
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας της κορύφωσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων. ΄Ετσι είπα να καταθέσω και γω κάποια δρώμενα αρχέγονου ψαρέματος.
Στην εφηβεία μας, σχεδόν όλοι, διατελέσαμε ποταμοψαράδες και βέβαια δεν ήμασταν τυχαίοι ψαράδες του “γλυκού νερού”. Ήμασταν γνώστες και μύστες των μυστικών της φύσης και σκληροτράχηλοι στη δύσκολη ποτάμια αλιεία. Οργούσαμε μέσα σε μια οργιάζουσα φύση. Ήμασταν η “βάτος η φλεγόμενη και μη καιόμενη”. Ψαρεύαμε πορφυροκέντητη πέστροφα και μπριάνια. Τα υπόλοιπα, όπως ασπρόψαρα κ.ά. απλώς μας εκνεύριζαν. Εκείνο όμως, που ανέβαζε στο βάθρο του πρωταθλητή τον ποταμοψαρά, ήταν η σύλληψη χελιού.
Εν αδαμιαία περιβολή – ξαρμάτωτοι και ξεβράκωτοι – ίσος προς ίσον με το ψάρι κι ο καθείς με τα όπλα της φύσης, ψαρεύαμε με τα χέρια. Γνωρίζαμε πολύ καλά τους βιότοπους της πέστροφας, τα βουράγγια, τα σκαλιά, τις γιάρες και τα ποταμολίθια. Όταν την εντοπίζαμε στη κρύπτη της, δεν την αγριεύαμε με άγαρμπες κινήσεις, παρά τη χαϊδεύαμε μαλακά για να μη φύγει –το χάιδεμα ήταν η μοιραία της αδυναμία- ώσπου να βρούμε ή ν΄ ανοίξουμε τη δεύτερη τρύπα, οπότε με τα δυο χέρια η βάρβαρη σύλληψή της ήταν εύκολη.
Ένα ολοήμερο εξαντλητικό ψάρεμα συνήθως κατέληγε σε κάποιο κομβικό σημείο του ποταμού. Εκεί,
Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας της κορύφωσης των αλιευτικών δραστηριοτήτων. ΄Ετσι είπα να καταθέσω και γω κάποια δρώμενα αρχέγονου ψαρέματος.
Στην εφηβεία μας, σχεδόν όλοι, διατελέσαμε ποταμοψαράδες και βέβαια δεν ήμασταν τυχαίοι ψαράδες του “γλυκού νερού”. Ήμασταν γνώστες και μύστες των μυστικών της φύσης και σκληροτράχηλοι στη δύσκολη ποτάμια αλιεία. Οργούσαμε μέσα σε μια οργιάζουσα φύση. Ήμασταν η “βάτος η φλεγόμενη και μη καιόμενη”. Ψαρεύαμε πορφυροκέντητη πέστροφα και μπριάνια. Τα υπόλοιπα, όπως ασπρόψαρα κ.ά. απλώς μας εκνεύριζαν. Εκείνο όμως, που ανέβαζε στο βάθρο του πρωταθλητή τον ποταμοψαρά, ήταν η σύλληψη χελιού.
Εν αδαμιαία περιβολή – ξαρμάτωτοι και ξεβράκωτοι – ίσος προς ίσον με το ψάρι κι ο καθείς με τα όπλα της φύσης, ψαρεύαμε με τα χέρια. Γνωρίζαμε πολύ καλά τους βιότοπους της πέστροφας, τα βουράγγια, τα σκαλιά, τις γιάρες και τα ποταμολίθια. Όταν την εντοπίζαμε στη κρύπτη της, δεν την αγριεύαμε με άγαρμπες κινήσεις, παρά τη χαϊδεύαμε μαλακά για να μη φύγει –το χάιδεμα ήταν η μοιραία της αδυναμία- ώσπου να βρούμε ή ν΄ ανοίξουμε τη δεύτερη τρύπα, οπότε με τα δυο χέρια η βάρβαρη σύλληψή της ήταν εύκολη.
Ένα ολοήμερο εξαντλητικό ψάρεμα συνήθως κατέληγε σε κάποιο κομβικό σημείο του ποταμού. Εκεί,
Κυριακή 26 Ιουνίου 2016
1 Ημέρα της Πεθεράς..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Πριν λίγον καιρό ήταν η μέρα της μάνας και της γυναίκας. Προχτές ήταν η μέρα του πατέρα και σκέφτηκα την μεγάλη αδικία, που γίνεται σε βάρος της πεθεράς.
Δεν δικαιούται μια μέρα κι αυτή;
“Απ΄ όλα τα θηρία, η πεθερά είναι το βλαβερότερο” αυτό και μύρια όσα, δικαίως ή αδίκως, της καταμαρτυρούν.
Πολλές απ΄ αυτές εκεί γύρω στα 45 τους χρόνια, εκτός από την απεχθή κλιμακτήριο, ξεπαιδιάζουν και συνταξιοδοτούνται. Έτσι για ακόμα 45 χρόνια, εκτός από το ροκάνισμα της σύνταξης, περιφέρουν τα στεατοπυγή πισινά τους σε κάθε ρούγα και Bazar και τα λικνίζουν, όπου πανηγύρι και τζερτζελές.
Οι δε αυτοθεωρούμενες διανοούμενες –παλιμπαιδίζουσες και νευρασθενικές- κοσμούν, άλλες με την άκατο του λίπους τους κι άλλες κοκκαλιάρες, τα μπαράκια και τα ξενυχτάδικα και καμακώνουν ότι κινείται στον πολιτιστικό μας ουρανό.
Προσωπικά, όντας τσοπανοδαρβινικός και χριστιανός στις απόψεις μου, αυτά τα μετά την κλιμακτήριο 45 χρόνια της γυναίκας, μου φαίνονται αδιανόητα. Ξέρω (ως τσοπάνος) και πιστεύω (ως δαρβινικός) ότι η Φύση ή ο Θεός (ως Χριστιανός) ενδιαφέρεται και προορίζει το κάθε όν για τη διαιώνιση του είδους του.
Αν χάσει αυτήν την ικανότητα αργά ή γρήγορα το αποδομεί “εις χουν”. Όμως στις πεθερές τούτο
Πριν λίγον καιρό ήταν η μέρα της μάνας και της γυναίκας. Προχτές ήταν η μέρα του πατέρα και σκέφτηκα την μεγάλη αδικία, που γίνεται σε βάρος της πεθεράς.
Δεν δικαιούται μια μέρα κι αυτή;
“Απ΄ όλα τα θηρία, η πεθερά είναι το βλαβερότερο” αυτό και μύρια όσα, δικαίως ή αδίκως, της καταμαρτυρούν.
Πολλές απ΄ αυτές εκεί γύρω στα 45 τους χρόνια, εκτός από την απεχθή κλιμακτήριο, ξεπαιδιάζουν και συνταξιοδοτούνται. Έτσι για ακόμα 45 χρόνια, εκτός από το ροκάνισμα της σύνταξης, περιφέρουν τα στεατοπυγή πισινά τους σε κάθε ρούγα και Bazar και τα λικνίζουν, όπου πανηγύρι και τζερτζελές.
Οι δε αυτοθεωρούμενες διανοούμενες –παλιμπαιδίζουσες και νευρασθενικές- κοσμούν, άλλες με την άκατο του λίπους τους κι άλλες κοκκαλιάρες, τα μπαράκια και τα ξενυχτάδικα και καμακώνουν ότι κινείται στον πολιτιστικό μας ουρανό.
Προσωπικά, όντας τσοπανοδαρβινικός και χριστιανός στις απόψεις μου, αυτά τα μετά την κλιμακτήριο 45 χρόνια της γυναίκας, μου φαίνονται αδιανόητα. Ξέρω (ως τσοπάνος) και πιστεύω (ως δαρβινικός) ότι η Φύση ή ο Θεός (ως Χριστιανός) ενδιαφέρεται και προορίζει το κάθε όν για τη διαιώνιση του είδους του.
Αν χάσει αυτήν την ικανότητα αργά ή γρήγορα το αποδομεί “εις χουν”. Όμως στις πεθερές τούτο
Κυριακή 19 Ιουνίου 2016
0 Ένα βελούδινο διαζύγιο
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Δεν συνταξιοδοτούνταν σαράντα δύο χρονών μόνο οι χωροφύλακες και κάποιοι άλλοι προνομιούχοι, συνταξιοδοτήθηκα και γω. Έπειτα από γεμάτα εικοσιπέντε χρόνια καπνιστής, χωρίς άδειες, αργίες, κοπάνες κ.λπ. αποφάσισα να αυτοσυνταξιοδοτηθώ για να μπορέσω να ζήσω μερικές δεκαετίες ακόμα για να θυμάμαι το τσιγάρο, τον πιο αγαπημένο και σταθερό φίλο, όλα αυτά τα χρόνια. Όμως εδώ το θέμα της συνταξιοδότησης δεν ήταν εύκολο όπως στους χωροφυλάκους και τους λοιπούς αριστοκράτες του δημοσιοϋπαλληλαριού, οι οποίοι χαρούμενοι εγκατέλειπαν την Υπηρεσία και αυτή ασμένως τους απέλυε. Με το τσιγάρο, είχε αναπτυχθεί ισχυρή εξάρτηση και μας ένωναν ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας. Ήταν -και είναι για τους καπνίζοντες-η πιο πρόχειρη απόλαυση του σύγχρονου τυραγνισμένου ανθρώπου. Το πρόβλημα ήταν μέγα. Έπρεπε να απαγκιστρωθώ από την εξάρτηση δίχως όμως να διαταράξω τη φιλία μας.
Έτσι κάλεσα σε βοήθεια.
Απευθύνθηκα στη Μούσα, που επόπτευε και προστάτευε το τελευταίο μου καταφύγιο. Υπό την αιγίδα της λοιπόν εποίησα μία “ποιητική” συλλογή τα “Αντικαπνιστικά”. Ήταν μια εκ βαθέων και ειλικρινή συζήτηση με τον αγαπημένο μου φίλο, το τσιγάρο, που λειτούργησε μέσα μου σαν προσευχή στο Θεό και σαν ξόρκι στις δυνάμεις του Διαβόλου.
Δεν συνταξιοδοτούνταν σαράντα δύο χρονών μόνο οι χωροφύλακες και κάποιοι άλλοι προνομιούχοι, συνταξιοδοτήθηκα και γω. Έπειτα από γεμάτα εικοσιπέντε χρόνια καπνιστής, χωρίς άδειες, αργίες, κοπάνες κ.λπ. αποφάσισα να αυτοσυνταξιοδοτηθώ για να μπορέσω να ζήσω μερικές δεκαετίες ακόμα για να θυμάμαι το τσιγάρο, τον πιο αγαπημένο και σταθερό φίλο, όλα αυτά τα χρόνια. Όμως εδώ το θέμα της συνταξιοδότησης δεν ήταν εύκολο όπως στους χωροφυλάκους και τους λοιπούς αριστοκράτες του δημοσιοϋπαλληλαριού, οι οποίοι χαρούμενοι εγκατέλειπαν την Υπηρεσία και αυτή ασμένως τους απέλυε. Με το τσιγάρο, είχε αναπτυχθεί ισχυρή εξάρτηση και μας ένωναν ακατάλυτοι δεσμοί φιλίας. Ήταν -και είναι για τους καπνίζοντες-η πιο πρόχειρη απόλαυση του σύγχρονου τυραγνισμένου ανθρώπου. Το πρόβλημα ήταν μέγα. Έπρεπε να απαγκιστρωθώ από την εξάρτηση δίχως όμως να διαταράξω τη φιλία μας.
Έτσι κάλεσα σε βοήθεια.
Απευθύνθηκα στη Μούσα, που επόπτευε και προστάτευε το τελευταίο μου καταφύγιο. Υπό την αιγίδα της λοιπόν εποίησα μία “ποιητική” συλλογή τα “Αντικαπνιστικά”. Ήταν μια εκ βαθέων και ειλικρινή συζήτηση με τον αγαπημένο μου φίλο, το τσιγάρο, που λειτούργησε μέσα μου σαν προσευχή στο Θεό και σαν ξόρκι στις δυνάμεις του Διαβόλου.
Πέμπτη 16 Ιουνίου 2016
0 Οι λυκόμορφοι φορολόγοι..
Ήγγεικεν η ώρα των φορολογικών δηλώσεων.
Όσοι από μας αγανακτούμε (δηλ. όλοι) και δεν αντέχουμε τη σημερινή φοροεπιδρομή, θα καταλάβουμε ότι υπάρχουν και χειρότερα, αν διαβάσουμε αυτά που γράφει ο εθνοδιδάσκαλος Ευγένιος Γιαννούλης ο Αιτωλός στις επιστολές του, σχετικά με τη φορολογία των αρχόντων (Τούρκων και Ελλήνων) στα “κακοβίωτα” Άγραφα.
Γράφει, λοιπόν, σε μία επιστολή του: “είναι θάνατος και νέκρωσις πολλή…. η μοχθηρία και η άλογος ωμότης των αρχόντων, πέμποντας εις αυτά (στα Άγραφα) λυκόμορφους φορολόγους, κατέφαγον τα πρόβατα σύσσωμα”
Σε άλλη επιστολή του γράφει: "Πανταχού οιμωγαί, ολολυγμοί, στεναγμοί και θρήνοι, δυσπραγίαι ουκ ευαρίθμητοι... καταδρομή των φορολόγων αδυσώπητος, το υπήκοον επικαλείται τον θάνατον μάλλον ή το ζην"
Εμείς δε φτάσαμε μέχρις εδώ. Όμως όπως πάει γρήγορα θα φτάσουμε και ποτέ δε θα δούμε την άκρη του τούνελ που όπως φαίνεται δεν υπάρχει.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι λυκόμορφοι τουρκοφορολόγοι φορολογούσαν και δεκάτιζαν την παραγωγή κι όχι τα σπίτια, τα μαντριά και τα χωράφια. Αυτό φαίνεται από τα φορολογικά κατάστιχα των Τούρκων το 1454/55 που αφορούσαν τα χωριά μας.
Σήμερα οι φορολόγοι φορολογούν με τα χαράτσια και τον ΕΝΦΙΑ πρώτη κατοικία, αποθήκες, μαντριά, χωράφια και της Παναγίας τα μάτια.
Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016
2 "Παντελής η απουσία των κομουνιστών στη Βίνιανη"
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Πριν κάποιες μέρες, ρίγη συγκινήσεως με κατέκλυσαν, όταν είδα και άκουσα τον κύριο Τέρενς Κουίκ, εις το βήμα για την επέτειο της ίδρυσης του Εθνοσυμβουλίου της ΠΕΕΑ, να εξυμνεί και να ορκίζεται, έμμεσα πλην σαφώς, ότι ξεδιπλώνει τα κόκκινα λάβαρα της Εαμικής Αντίστασης, ώστε να πάρουνε τα μπολσεβίκικα όνειρα εκδίκηση.
Σήμερα νέα καταιγίς συγκινήσεων μετεώρησε την ψυχήν μου, όταν διάβασα ότι στην Αγία Λαύρα του τόπου μας, την αγαπημένη μου Δομνίστα (τούτο το λέω και το εννοώ), σύσσωμη η τοπική εξουσία προσήλθεν και χερέτησε την έναρξη της Κόκκινης Εθνικής Αντίστασης, που σάλπισε ο Άρης και Σία (όλοι μέλη του ΚΚΕ).
Θλιβερόν όμως φαινόμενον, που ως πύρινη ρομφαία διεμβόλισε την καρδιά μου, ήταν η παντελής απουσία των κομουνιστών και λοιπών (πλην ενός) κομουνιστογενών επιγόνων του Άρη. Είδα τα κόκκινα λάβαρα της λαϊκής επανάστασης σ΄ αλλότρια χέρια, άκουσα και είδα, με της ψυχής μου τα μάτια, άλλα χείλη να ψελλίζουν τη Διεθνή,
“Εμπρός της γης οι κολασμένοι”. Είδα την αιματοβαμμένη σκυτάλη των ταξικών αγώνων να στροβιλίζεται στον αέρα και να προσγειώνεται σε νέα γαλαζοπράσινα γήπεδα, είδα “να κερνούν σε νέα ποτήρια τ΄ αρχαίο πιοτί” που θάλεγε ο Παλαμάς.
Πριν κάποιες μέρες, ρίγη συγκινήσεως με κατέκλυσαν, όταν είδα και άκουσα τον κύριο Τέρενς Κουίκ, εις το βήμα για την επέτειο της ίδρυσης του Εθνοσυμβουλίου της ΠΕΕΑ, να εξυμνεί και να ορκίζεται, έμμεσα πλην σαφώς, ότι ξεδιπλώνει τα κόκκινα λάβαρα της Εαμικής Αντίστασης, ώστε να πάρουνε τα μπολσεβίκικα όνειρα εκδίκηση.
Σήμερα νέα καταιγίς συγκινήσεων μετεώρησε την ψυχήν μου, όταν διάβασα ότι στην Αγία Λαύρα του τόπου μας, την αγαπημένη μου Δομνίστα (τούτο το λέω και το εννοώ), σύσσωμη η τοπική εξουσία προσήλθεν και χερέτησε την έναρξη της Κόκκινης Εθνικής Αντίστασης, που σάλπισε ο Άρης και Σία (όλοι μέλη του ΚΚΕ).
Θλιβερόν όμως φαινόμενον, που ως πύρινη ρομφαία διεμβόλισε την καρδιά μου, ήταν η παντελής απουσία των κομουνιστών και λοιπών (πλην ενός) κομουνιστογενών επιγόνων του Άρη. Είδα τα κόκκινα λάβαρα της λαϊκής επανάστασης σ΄ αλλότρια χέρια, άκουσα και είδα, με της ψυχής μου τα μάτια, άλλα χείλη να ψελλίζουν τη Διεθνή,
“Εμπρός της γης οι κολασμένοι”. Είδα την αιματοβαμμένη σκυτάλη των ταξικών αγώνων να στροβιλίζεται στον αέρα και να προσγειώνεται σε νέα γαλαζοπράσινα γήπεδα, είδα “να κερνούν σε νέα ποτήρια τ΄ αρχαίο πιοτί” που θάλεγε ο Παλαμάς.
Σάββατο 4 Ιουνίου 2016
0 Το Γηροβοσκείον..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Ένα πρόβλημα συνομήλικο με τον πολιτισμό μας είναι η φροντίδα των γερόντων, το οποίον οσωνούπω προβάλλει ante portas ημών.
Πολλοί νόμοι των αρχαίων Ελλήνων προστάτευαν τους γέρους, εκτός από αυτούς που προωθούσαν τους γιούς τους -παρακαλώ- στην πορνεία. Επίσης λειτουργούσαν αρκετά γηροβοσκεία, όπως έλεγαν τότε τα γηροκομεία. Πάντως δεν ήταν λίγοι οι γέροντες που πέθαιναν από πείνα, όχι μόνο τότε αλλά και σ΄ όλους τους, αιώνες. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο θανάτων της ενορίας του χωριού μου, είδα ότι στο μεσοπόλεμο αιτία θανάτου των περισσότερων ηλικιωμένων (δηλ. γύρω στα εξήντα τους), ήταν η “γεροντική εξάντληση” όρος που συνήθως υπέκρυπτε θάνατο από υποσιτισμό και πείνα, με άλλα λόγια
Ο Δεκάλογος του Μωυσή πρόβλεπε: “Tίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα εύ σοι γένηται, και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης” (τώρα πως συνέδεσε ο Μωυσής αυτό το μακροχρόνιο αυτός ξέρει) Το κοράνιο κι αυτό δεν υστερεί σε εντολές περίθαλψης των γονιών από τα παιδιά. Βέβαια αν ο γέρος δεν είχε περιουσία να μοιράσει συνήθως εγκαταλείπετο από τα παιδιά του. Και τούτο είναι άγος διαχρονικό. Στον Παρνασσό υπάρχει μια κορφή ο Γεροντόβραχος. Εκεί, όπως λέει ο μύθος, εγκατέλειπαν τους άπορους γέρους γονείς τα άστοργα παιδιά τους. Μια φορά ένας πονόψυχος γιος, όταν παράτησε τον πατέρα του στο Γεροντόβραχο, του άφησε μια κουβέρτα, για να μην κρυώνει. Τότε ο πατέρας την έκοψε στη μέση και έδωσε τη μισή πίσω στο γιό του λέγοντάς του: “Πάρτην θα σου
Ένα πρόβλημα συνομήλικο με τον πολιτισμό μας είναι η φροντίδα των γερόντων, το οποίον οσωνούπω προβάλλει ante portas ημών.
Πολλοί νόμοι των αρχαίων Ελλήνων προστάτευαν τους γέρους, εκτός από αυτούς που προωθούσαν τους γιούς τους -παρακαλώ- στην πορνεία. Επίσης λειτουργούσαν αρκετά γηροβοσκεία, όπως έλεγαν τότε τα γηροκομεία. Πάντως δεν ήταν λίγοι οι γέροντες που πέθαιναν από πείνα, όχι μόνο τότε αλλά και σ΄ όλους τους, αιώνες. Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο θανάτων της ενορίας του χωριού μου, είδα ότι στο μεσοπόλεμο αιτία θανάτου των περισσότερων ηλικιωμένων (δηλ. γύρω στα εξήντα τους), ήταν η “γεροντική εξάντληση” όρος που συνήθως υπέκρυπτε θάνατο από υποσιτισμό και πείνα, με άλλα λόγια
Ο Δεκάλογος του Μωυσή πρόβλεπε: “Tίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου, ίνα εύ σοι γένηται, και ίνα μακροχρόνιος γένη επί της γης” (τώρα πως συνέδεσε ο Μωυσής αυτό το μακροχρόνιο αυτός ξέρει) Το κοράνιο κι αυτό δεν υστερεί σε εντολές περίθαλψης των γονιών από τα παιδιά. Βέβαια αν ο γέρος δεν είχε περιουσία να μοιράσει συνήθως εγκαταλείπετο από τα παιδιά του. Και τούτο είναι άγος διαχρονικό. Στον Παρνασσό υπάρχει μια κορφή ο Γεροντόβραχος. Εκεί, όπως λέει ο μύθος, εγκατέλειπαν τους άπορους γέρους γονείς τα άστοργα παιδιά τους. Μια φορά ένας πονόψυχος γιος, όταν παράτησε τον πατέρα του στο Γεροντόβραχο, του άφησε μια κουβέρτα, για να μην κρυώνει. Τότε ο πατέρας την έκοψε στη μέση και έδωσε τη μισή πίσω στο γιό του λέγοντάς του: “Πάρτην θα σου
Σάββατο 21 Μαΐου 2016
1 Χουχουβάγιες θα λαλάνε..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Πολλά κύματα φυγής έζησε ο τόπος μας από την απελευθέρωση και δώθε. Η κάθε μια άφηνε τα ερείπια της. Εκεί τρύπωναν οι κουκουβάγιες και λαλούσανε τις νύχτες και τρόμαζαν τους ζωντανούς. Ήταν το ανατριχιαστικό χαροπούλι. Όμως η επελαύνουσα νέα ζωή γρήγορα τα νεκρανάστανε και στις αυλές τους αχολογούσε το παιδομάνι και τιτίβιζαν τα τσιροπούλια
Εμείς που γεννηθήκαμε στα ευρυτανικά χωριά τη δεκαετία του 1950 είχαμε την τύχη –και την ατυχία- να τα δούμε στην παραγωγική και κοινωνική τους ακμή, να βιώσουμε –οι περισσότεροι- μια οδυνηρή φτώχεια και τέλος να φύγουμε, συμβάλλοντας στην οριστική τους παρακμή. Φύγαμε και μαζί μας εγκαταλείφτηκαν οριστικά τα χωράφια, τα βοσκοτόπια και τα λόγγια.
Το Καρπενήσι, παρ΄ ότι ο πρωτογενής τομέας εγκαταλείφτηκε νωρίτερα από ότι στα χωριά, όχι μόνο δεν ερήμωσε αλλά τράνεψε κιόλας, και τούτο γιατί ήταν το εμπορικό και διοικητικό κέντρο του νομού με άφθονο υπαλληλαριό και επιπλέον λειτούργησαν οι δυο οι θνησιγενείς –και νυν μακαρίτισσες- βιομηχανίες και κάποιες βιοτεχνίες, που κράτησαν αρκετόν κόσμο.
Σήμερα το Καρπενήσι, με ανύπαρκτη παραγωγική βάση στον πρωτογενή και στον δευτερογενή τομέα και θνησιμαίον τον τριτογενή, έχει μέλλον σκοτεινό και αβέβαιο. Ήταν πολλά τα λεφτά που έρευσαν στην περιοχή τα τελευταία χρόνια. Ένα μεγάλο κομμάτι απ΄ αυτά έγιναν μπετά και οικοδομές. Το Καρπενήσι μπορεί να στεγάσει δυο και τρεις φορές τον εαυτό του. Ο κόσμος όμως άρχισε να φεύγει και οι κουκουβάγιες, που σήμερα ενδιαιτώνται ακόμα στις πλαγιές και τα φαράγγια, ετοιμάζονται να μετοικήσουν.
Πολλά κύματα φυγής έζησε ο τόπος μας από την απελευθέρωση και δώθε. Η κάθε μια άφηνε τα ερείπια της. Εκεί τρύπωναν οι κουκουβάγιες και λαλούσανε τις νύχτες και τρόμαζαν τους ζωντανούς. Ήταν το ανατριχιαστικό χαροπούλι. Όμως η επελαύνουσα νέα ζωή γρήγορα τα νεκρανάστανε και στις αυλές τους αχολογούσε το παιδομάνι και τιτίβιζαν τα τσιροπούλια
Εμείς που γεννηθήκαμε στα ευρυτανικά χωριά τη δεκαετία του 1950 είχαμε την τύχη –και την ατυχία- να τα δούμε στην παραγωγική και κοινωνική τους ακμή, να βιώσουμε –οι περισσότεροι- μια οδυνηρή φτώχεια και τέλος να φύγουμε, συμβάλλοντας στην οριστική τους παρακμή. Φύγαμε και μαζί μας εγκαταλείφτηκαν οριστικά τα χωράφια, τα βοσκοτόπια και τα λόγγια.
Το Καρπενήσι, παρ΄ ότι ο πρωτογενής τομέας εγκαταλείφτηκε νωρίτερα από ότι στα χωριά, όχι μόνο δεν ερήμωσε αλλά τράνεψε κιόλας, και τούτο γιατί ήταν το εμπορικό και διοικητικό κέντρο του νομού με άφθονο υπαλληλαριό και επιπλέον λειτούργησαν οι δυο οι θνησιγενείς –και νυν μακαρίτισσες- βιομηχανίες και κάποιες βιοτεχνίες, που κράτησαν αρκετόν κόσμο.
Σήμερα το Καρπενήσι, με ανύπαρκτη παραγωγική βάση στον πρωτογενή και στον δευτερογενή τομέα και θνησιμαίον τον τριτογενή, έχει μέλλον σκοτεινό και αβέβαιο. Ήταν πολλά τα λεφτά που έρευσαν στην περιοχή τα τελευταία χρόνια. Ένα μεγάλο κομμάτι απ΄ αυτά έγιναν μπετά και οικοδομές. Το Καρπενήσι μπορεί να στεγάσει δυο και τρεις φορές τον εαυτό του. Ο κόσμος όμως άρχισε να φεύγει και οι κουκουβάγιες, που σήμερα ενδιαιτώνται ακόμα στις πλαγιές και τα φαράγγια, ετοιμάζονται να μετοικήσουν.
Τρίτη 3 Μαΐου 2016
0 Πολύπαθη Πρωτομαγιά!
Πολύπαθη Πρωτομαγιά!
Το 1886 οι εξεγερμένοι εργάτες στο Σικάγο την έβαψαν κόκκινη με το αίμα τους και τα ταξικά τους αιτήματα. Οι Έλληνες την παρέλαβαν και την τίμησαν ως τέτοια το 1911 με εργατικές κινητοποιήσεις και το 1936 είχαμε το ελληνικό Σικάγο στη Θεσσαλονίκη, όπου μας προέκυψε και ο ύμνος της εργατικής Πρωτομαγιάς, ο Επιτάφιος του Ρίτσου-Θεοδωράκη.
Το 1937 η Πρωτομαγιά υπέστη την πρώτη παρά φύσιν ασέλγεια από το Μεταξά, ο οποίος με τον Α.Ν. 608/37 την καθιέρωσε ως “Ημέρα εορτασμού της εργασίας”. Το 1968 ο Παπαδόπουλος για δεύτερη φορά ασέλγησε παρά φύσιν πάνω της, ο οποίος με τον Α.Ν. 380/67 την καθιέρωσε ως αργία.
Προσωπικά -εκεί στις υπώρειες της Σαράνταινας- δεν θυμάμαι να γιορτάζαμε την Πρωτομαγιά ούτε προλεταριακά ως απεργία και ημέρα κορύφωσης των ταξικών αγώνων, ούτε και μικροαστικά ως αργία και εορτή των λουλουδιών.
Το αγωνιστικό φρόνημα του Έλληνος το τιμούσαμε δεόντως κάθε φορά επετειακά την 25η Μαρτίου και εορταστικά με τα δημοτικά και τα κλέφτικα τραγούδια . “Τo Mάρκο πάν΄ στην εκκλησιά, το Μάρκο παν΄ στο μνή.. το Μάρκο παν΄ στο μνή...” και άλλα πολλά αναλόγου ηρωισμού και πόνου.
Τα λουλούδια, και κυρίως τα χορτάρια, που πάχαιναν τα ζυγούρια μας, τα τιμούσαμε πολλαπλώς. Ανθεστηριακή γιορτή και ταυτόχρονα ημέρα τύπου Βαλεντίνου ήταν τ΄ Αηγιωργιού, που ανέβαιναν
Τρίτη 26 Απριλίου 2016
0 Το τρίγωνο...
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Στη Χελιδόνα
ιππεύω το τριχωτό αντέρεισμα
κι η λευκόκωμος χαίτη
χρεμετίζει την άνοιξη.
.
Στη Καλιακούδα
η πολιά φαιόψυχη κορφή
λευκαίνει το γαλάζιο
και φτερακεί η άνοιξη.
Στο Βελούχι
ο ανεμοκράτωρ βασιλιάς
φοβερίζει τους αγέρες
και ανεμίζει η άνοιξη.
.
Στη Σαράνταινα
το τρίγωνο της χαράς
τετραγωνίζει τον κύκλο
Στη Χελιδόνα
ιππεύω το τριχωτό αντέρεισμα
κι η λευκόκωμος χαίτη
χρεμετίζει την άνοιξη.
.
Στη Καλιακούδα
η πολιά φαιόψυχη κορφή
λευκαίνει το γαλάζιο
και φτερακεί η άνοιξη.
Στο Βελούχι
ο ανεμοκράτωρ βασιλιάς
φοβερίζει τους αγέρες
και ανεμίζει η άνοιξη.
.
Στη Σαράνταινα
το τρίγωνο της χαράς
τετραγωνίζει τον κύκλο
Κυριακή 10 Απριλίου 2016
0 Ο Ευρυτανικός καφές εν Ελλάδι..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Μια από τις μικρές χειμωνιάτικες απολαύσεις -ανδρών τε και γυναικών- ήταν ο τούρκικος καφές. Μπορεί οι Τούρκοι να μην στέριωσαν στην Ευρυτανία, όμως ο καφές τους ήρθε κι έμεινε. Ήταν ο αραβικός καφές, που οι Τούρκοι τον βάφτισαν τούρκικο και, που στη συνέχεια εμείς οι Έλληνες, πιστοί στα… πεπρωμένα της φυλής μας, τον ξεβαφτίσαμε και τον ξαναβαφτίσαμε ελληνικό
Στα περισσότερα σπίτια υπήρχε ο ψήστης του καφέ, ο καφόμυλος, το καφοκούτι, το μπρίκι του καφέ και κάποια φλυτζάνια. Ο καφές ήταν μια αφορμή για συνάντηση, ευφορία και ευωχία, ιδίως τους χειμωνιάτικους μήνες. Όμως επειδή ο καφές, ως εισαγόμενος, ήταν ακριβός “νοθευόταν” με ρεβίθια, τα οποία ψήνονταν και κόβονταν με μερικούς κόκκους καφέ κι έτσι είχαμε ένα νέο είδος, τον ρεβιθοκαφέ, που πολλές φορές ήταν ρεβιθόζουμο νοθευμένο με καφέ!
Όμως παρά ταύτα λειτουργούσαν πολλά καφενεία. Όπως λέγεται μέχρι “καφέ-αμάν” και “καφέ σαντάν” λειτούργησαν, που νόθευσαν με λίγη αμαρτία την αγνή μονογαμική ή αγαμική ερωτική ζωή των διψαλέων τσοπάνηδων.
Μια πάγια και ανελαστική δαπάνη σε κάθε σοβαρό οικογενειακό προϋπολογισμό ήταν τα “φοραβία” του νοικοκύρη, δηλαδή τα έξοδα που έκανε στο καφενείο για καφέδες και τσίπουρα. Ένας απ΄ αυτούς ήταν κι ο Σαλούφας από το χωριό, ο οποίος είχε δυο αδυναμίες: του άρεσε ο καφές αλλά ο κωδικός των φοραβίων στον προϋπολογισμό του ήταν μηδέν. Έτσι όλο το χειμώνα έπινε καφέ βερεσέ. “Θα σε πληρώσω την άνοιξη που θα πουλήσω τα κατσίκια” έλεγε στον καφετζή. Ήρθε η άνοιξη, πούλησε τα κατσίκια αλλά τα χρήματα δεν έφταναν να ξοφλήσει τα χειμωνιάτικα φοραβία. Μια, δυο φορές του είπε ο καφεντζής, τρίτη φορά απείλησε κι ο Σαλούφας συνέχεια του έλεγε: “Περίμενε”, ώσπου μια
Μια από τις μικρές χειμωνιάτικες απολαύσεις -ανδρών τε και γυναικών- ήταν ο τούρκικος καφές. Μπορεί οι Τούρκοι να μην στέριωσαν στην Ευρυτανία, όμως ο καφές τους ήρθε κι έμεινε. Ήταν ο αραβικός καφές, που οι Τούρκοι τον βάφτισαν τούρκικο και, που στη συνέχεια εμείς οι Έλληνες, πιστοί στα… πεπρωμένα της φυλής μας, τον ξεβαφτίσαμε και τον ξαναβαφτίσαμε ελληνικό
Στα περισσότερα σπίτια υπήρχε ο ψήστης του καφέ, ο καφόμυλος, το καφοκούτι, το μπρίκι του καφέ και κάποια φλυτζάνια. Ο καφές ήταν μια αφορμή για συνάντηση, ευφορία και ευωχία, ιδίως τους χειμωνιάτικους μήνες. Όμως επειδή ο καφές, ως εισαγόμενος, ήταν ακριβός “νοθευόταν” με ρεβίθια, τα οποία ψήνονταν και κόβονταν με μερικούς κόκκους καφέ κι έτσι είχαμε ένα νέο είδος, τον ρεβιθοκαφέ, που πολλές φορές ήταν ρεβιθόζουμο νοθευμένο με καφέ!
Όμως παρά ταύτα λειτουργούσαν πολλά καφενεία. Όπως λέγεται μέχρι “καφέ-αμάν” και “καφέ σαντάν” λειτούργησαν, που νόθευσαν με λίγη αμαρτία την αγνή μονογαμική ή αγαμική ερωτική ζωή των διψαλέων τσοπάνηδων.
Μια πάγια και ανελαστική δαπάνη σε κάθε σοβαρό οικογενειακό προϋπολογισμό ήταν τα “φοραβία” του νοικοκύρη, δηλαδή τα έξοδα που έκανε στο καφενείο για καφέδες και τσίπουρα. Ένας απ΄ αυτούς ήταν κι ο Σαλούφας από το χωριό, ο οποίος είχε δυο αδυναμίες: του άρεσε ο καφές αλλά ο κωδικός των φοραβίων στον προϋπολογισμό του ήταν μηδέν. Έτσι όλο το χειμώνα έπινε καφέ βερεσέ. “Θα σε πληρώσω την άνοιξη που θα πουλήσω τα κατσίκια” έλεγε στον καφετζή. Ήρθε η άνοιξη, πούλησε τα κατσίκια αλλά τα χρήματα δεν έφταναν να ξοφλήσει τα χειμωνιάτικα φοραβία. Μια, δυο φορές του είπε ο καφεντζής, τρίτη φορά απείλησε κι ο Σαλούφας συνέχεια του έλεγε: “Περίμενε”, ώσπου μια
Κυριακή 27 Μαρτίου 2016
0 Κάθε φορά..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Κάθε φορά στις παρελάσεις όλο και κάποιες μαθήτριες με το πορνικό τους σχήμα, υπό την ανοχήν καθηγητών και γονέων, έρχονται να ταράξουν την πολυταραγμένη μας libito. Υποκριτές πορνοβοσκοί ξιφουλκούν ηθικοπλαστικώς και παράλληλα οφθαλμοπορνεύουν από την κλειδαρότρυπα. Φέτος όμως η παρέλαση διανθίστηκε και από κρωγμούς διάφορων ελληναράδων και πρωτοπαλίκαρων της Ορθοδοξίας για την μαντήλα της Ελληνοαιγύπτιας κοπελίτσας, που εμόλυνε το ανέσπερον της ελληνορθοδόξου πίστεώς μας και πρόσβαλλε θανάσιμα τα ιερά και τα όσια της φυλής.
Θέλοντας να τους υπενθυμίσω ότι η μαντήλα ανέκαθεν κάλυπτε την κόμη τη Ελληνίδας είπα να μην αναρτήσω Μπουμπουλίνες και τέτοια, παρά μια φωτογραφία κάποιας σχολικής τάξης της δεκαετίας του ΄40. Αυτές οι τσεμπεροφορούσες μαθήτριες είναι οι κατά σάρκα μανάδες και οι αδελφές μας, που μέλημά τους ήταν πως να μάθουν πέντε γράμματα και πως να στήσουν το νοικοκυριό τους και όχι πως να θηρεύσουν ηδονές στα βοθρολύματα της πολυεπίπεδης και πολύμορφης κρίσης, που μας κατατρύχει.
Ξέρω ότι όλοι τούτοι οι εθνοκάπηλοι και υποκριτικώς χριστιανίζοντες, τροχίζουν το διπλό τους το
Κάθε φορά στις παρελάσεις όλο και κάποιες μαθήτριες με το πορνικό τους σχήμα, υπό την ανοχήν καθηγητών και γονέων, έρχονται να ταράξουν την πολυταραγμένη μας libito. Υποκριτές πορνοβοσκοί ξιφουλκούν ηθικοπλαστικώς και παράλληλα οφθαλμοπορνεύουν από την κλειδαρότρυπα. Φέτος όμως η παρέλαση διανθίστηκε και από κρωγμούς διάφορων ελληναράδων και πρωτοπαλίκαρων της Ορθοδοξίας για την μαντήλα της Ελληνοαιγύπτιας κοπελίτσας, που εμόλυνε το ανέσπερον της ελληνορθοδόξου πίστεώς μας και πρόσβαλλε θανάσιμα τα ιερά και τα όσια της φυλής.
Θέλοντας να τους υπενθυμίσω ότι η μαντήλα ανέκαθεν κάλυπτε την κόμη τη Ελληνίδας είπα να μην αναρτήσω Μπουμπουλίνες και τέτοια, παρά μια φωτογραφία κάποιας σχολικής τάξης της δεκαετίας του ΄40. Αυτές οι τσεμπεροφορούσες μαθήτριες είναι οι κατά σάρκα μανάδες και οι αδελφές μας, που μέλημά τους ήταν πως να μάθουν πέντε γράμματα και πως να στήσουν το νοικοκυριό τους και όχι πως να θηρεύσουν ηδονές στα βοθρολύματα της πολυεπίπεδης και πολύμορφης κρίσης, που μας κατατρύχει.
Ξέρω ότι όλοι τούτοι οι εθνοκάπηλοι και υποκριτικώς χριστιανίζοντες, τροχίζουν το διπλό τους το
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016
0 Οι Ελληνικοί Πολιτισμοί..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Πριν λίγες μέρες διάβασα ένα βιβλίο, που εξιστορούσε τα έργα και τις ημέρες του πρώτου εργάτη και του πρώτου πεταλωτή, του αείμνηστου ηγέτου του Ιωάννου Μεταξά.
Εκεί ο Μεγάλος διακήρυττε τις αρχές του 3ου Ελληνικού Πολιτισμού, που έχει αφετηρία την 25η Μαρτίου. Ζητώντας συγνώμη από το Γιάννη (το Μεταξά ντε!), προσωπικά θεωρώ την εν λόγω επέτειο, που σήμερα πανηγυρίζουμε, ως αρχή του 5ου Ελληνικού Πολιτισμού, του Νεοελληνικού, και τούτο γιατί πιστεύω ότι:
1ος είναι ο μεγάλος Αρχαιοελληνικός πολιτισμός.
2ος Είναι ο Ελληνιστικός (ελληνο-περσικο-ρωμαϊκός).
3ος Ο Βυζαντινός (ελληνο-εβραιο-ρωμαϊκός).
4ος Ο Ελληνο-οθωμανικός (τον λέμε τετρακόσια χρόνια σκλαβιά).
5ος Ο Νεοελληνικός (Ελληνο-αγγλο-αμερικάνικος), την επέτειον του οποίου σήμερον τιμούμε και την μνήμη αυτού επιτελούμεν, όταν μπήκαμε και υποταχτήκαμε στο Ευρώ.
6ος πολιτισμός είναι τούτος που σήμερα ζούμε και είναι ο Ελληνικός-γερμανικός του Ευρώ.
Ο Ελληνο-οθωμανικός και ο Ελληνο-γερμανικός έχουν τα περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά. Οι Τούρκοι μας έβαλαν στη ζώνη του Γροσίου, οι Γερμανοί στη ζώνη του Ευρώ. Οι Γερμανοί, όπως και οι Τούρκοι θέλουν να ζούμε και να υπάρχουμε σαν Έλληνες (όχι να γίνουμε και ίδιοι!) αρκεί να
Πριν λίγες μέρες διάβασα ένα βιβλίο, που εξιστορούσε τα έργα και τις ημέρες του πρώτου εργάτη και του πρώτου πεταλωτή, του αείμνηστου ηγέτου του Ιωάννου Μεταξά.
Εκεί ο Μεγάλος διακήρυττε τις αρχές του 3ου Ελληνικού Πολιτισμού, που έχει αφετηρία την 25η Μαρτίου. Ζητώντας συγνώμη από το Γιάννη (το Μεταξά ντε!), προσωπικά θεωρώ την εν λόγω επέτειο, που σήμερα πανηγυρίζουμε, ως αρχή του 5ου Ελληνικού Πολιτισμού, του Νεοελληνικού, και τούτο γιατί πιστεύω ότι:
1ος είναι ο μεγάλος Αρχαιοελληνικός πολιτισμός.
2ος Είναι ο Ελληνιστικός (ελληνο-περσικο-ρωμαϊκός).
3ος Ο Βυζαντινός (ελληνο-εβραιο-ρωμαϊκός).
4ος Ο Ελληνο-οθωμανικός (τον λέμε τετρακόσια χρόνια σκλαβιά).
5ος Ο Νεοελληνικός (Ελληνο-αγγλο-αμερικάνικος), την επέτειον του οποίου σήμερον τιμούμε και την μνήμη αυτού επιτελούμεν, όταν μπήκαμε και υποταχτήκαμε στο Ευρώ.
6ος πολιτισμός είναι τούτος που σήμερα ζούμε και είναι ο Ελληνικός-γερμανικός του Ευρώ.
Ο Ελληνο-οθωμανικός και ο Ελληνο-γερμανικός έχουν τα περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά. Οι Τούρκοι μας έβαλαν στη ζώνη του Γροσίου, οι Γερμανοί στη ζώνη του Ευρώ. Οι Γερμανοί, όπως και οι Τούρκοι θέλουν να ζούμε και να υπάρχουμε σαν Έλληνες (όχι να γίνουμε και ίδιοι!) αρκεί να
Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016
0 Ο χορός των γερόντων..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Παρατρεχάμενος και γω στο περιθώριο των αποκριάτικων οργιωδών μαζώξεων, χόρεψα με την ψυχή μου αγναντεύοντας τους άλλους. Πηγή ειρωνικών σχολίων και σαρκασμού τα τουρκογκιαούρικα αποκριάτικα γλέντια με τον ευρωπαϊκό τους φερετζέ.
Ως διάγων –οριστικά πλέον- την τρίτη ηλικία εστίασα την προσοχή μου στα πάλαι ποτέ “περήφανα γηρατειά”. Για χιλιάδες χρόνια ο “νομικός” μας πολιτισμός είχε θωρακίσει την τρίτη ηλικία με διάφορα προνόμια κι εξουσίες. Οι γέροι έλεγχαν τον κορυφαίο θεσμό της κυβερνητικής Γερουσίας καθώς επίσης διατηρούσαν το αποκλειστικό δικαίωμα της οικονομικής διαχείρισης του νοικοκυριού κι έτσι είχαν την εξουσία επί όλης της οικογένειάς τους. Μέχρι και ειδικούς αργόσυρτους χορούς είχαν για να μπορούν οι γέροι να σέρνουν πρώτοι το χορό και να γλεντάνε με την ψυχή τους κι όχι να γελάνε οι αιωνίως θρασείς νεαροί.
Έναν τέτοιο χορό γερόντων απόλαυσα και γω φέτος τις απόκριες. Μόνο που τα τραγούδια ήταν γρήγορα συρτά και τσάμικα και δεν υπήρχε κομπανία μουσικών να προσαρμόζεται στα γέρικα πόδια των χορευτών. Έτσι κι αυτοί χόρευαν στον Αη-Λιά της μπέηνας.
Τα είχαν βάλει με τη “μαύρη γης” και το χάρο και συνέχεια βροντούσαν το πόδι κάτω και τον ποδοπατούσαν. Με υποτιθέμενες χορευτικές κωλοκαθιές προσπαθούσαν να τον χτυπήσουν και με το χέρι, αλλά λόγω οσφυαλγιών και γεροντικής ακαμψίας γενικά, ίσα που τον μούντζωναν.
Παρατρεχάμενος και γω στο περιθώριο των αποκριάτικων οργιωδών μαζώξεων, χόρεψα με την ψυχή μου αγναντεύοντας τους άλλους. Πηγή ειρωνικών σχολίων και σαρκασμού τα τουρκογκιαούρικα αποκριάτικα γλέντια με τον ευρωπαϊκό τους φερετζέ.
Ως διάγων –οριστικά πλέον- την τρίτη ηλικία εστίασα την προσοχή μου στα πάλαι ποτέ “περήφανα γηρατειά”. Για χιλιάδες χρόνια ο “νομικός” μας πολιτισμός είχε θωρακίσει την τρίτη ηλικία με διάφορα προνόμια κι εξουσίες. Οι γέροι έλεγχαν τον κορυφαίο θεσμό της κυβερνητικής Γερουσίας καθώς επίσης διατηρούσαν το αποκλειστικό δικαίωμα της οικονομικής διαχείρισης του νοικοκυριού κι έτσι είχαν την εξουσία επί όλης της οικογένειάς τους. Μέχρι και ειδικούς αργόσυρτους χορούς είχαν για να μπορούν οι γέροι να σέρνουν πρώτοι το χορό και να γλεντάνε με την ψυχή τους κι όχι να γελάνε οι αιωνίως θρασείς νεαροί.
Έναν τέτοιο χορό γερόντων απόλαυσα και γω φέτος τις απόκριες. Μόνο που τα τραγούδια ήταν γρήγορα συρτά και τσάμικα και δεν υπήρχε κομπανία μουσικών να προσαρμόζεται στα γέρικα πόδια των χορευτών. Έτσι κι αυτοί χόρευαν στον Αη-Λιά της μπέηνας.
Τα είχαν βάλει με τη “μαύρη γης” και το χάρο και συνέχεια βροντούσαν το πόδι κάτω και τον ποδοπατούσαν. Με υποτιθέμενες χορευτικές κωλοκαθιές προσπαθούσαν να τον χτυπήσουν και με το χέρι, αλλά λόγω οσφυαλγιών και γεροντικής ακαμψίας γενικά, ίσα που τον μούντζωναν.
Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016
0 Η άγνωστη αγία..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Δεν είχα σκοπό να γράψω για την “Ημέρα της Γυναίκας” γιαυτό με βρήκαν τα μεθεόρτια. Ανήμερα είχα μια αμφιθυμική ψυχολογία. Η αντιφατικότητα και η πολυπλοκότητα του –όλου- άλυτου γυναικείου ζητήματος, μου ανέκοπτε την όποια παρόρμηση να γράψω κάτι επί του θέματος. Το μέγα τούτο θέμα όλους “τους φιλοσόφους -που ασχολήθηκαν μ΄ αυτό- ασόφους κατέδειξε”, και “εμωράνθησαν δεινοί συζητηταί”, όπως θα ακούσουμε στους Χαιρετισμούς, για την πρώτη γυναίκα τη Θεομήτορα, οπότε η ασημαντότητα μου είναι τελείως ανεπαρκής και ν΄ αγγίξει το Ζήτημα!
Όμως φυλλομετρώντας ένα χοντρό βιβλίο, που παρουσιάζει τον μεγάλο –το μεγαλύτερο για μένα- Αγιογράφο, τον Θεοφάνη τον Έλληνα, σταμάτησα σε μια αγιογραφία του με τον τίτλο: “H Άγνωστη Αγία”. Τούτο έδεσε κάπως το σαθρό και φασίζον οικοδόμημα του λεγόμενου Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού. Ο Θεοφάνης τον εξάγνισε λίγο στην ιερή κολυμπήθρα της τέχνης του. Πρώτα λοιπόν “τω Αγνώστω θεώ” μετά η “Άγνωστη Αγία” και τέλος “ο... Άγνωστος Στρατιώτης”.
Διάβαζα κάπου ότι ο Τολστόι κι ο Γκόρκι συνάντησαν σ΄ ένα χωριό μια γεροδεμένη χωριάτισσα να δουλεύει, με κάτι καπούλια ανώτερα κι από καλοθρεμμένη φοράδα, και λέει ο Τολστόι: “Eυτυχώς που υπάρχουν κι αυτές οι γυναίκες, οι οποίες όχι μόνο συντηρούν αλλά και βελτιώνουν το ανθρώπινο είδος, γιατί αν περιμέναμε τις ντελικάτες αριστοκράτισσες, το είδος μας θα είχε εξαφανιστεί”. Αυτήν ακριβώς τη γυναίκα εκλαμβάνω ως Άγνωστη Αγία και πολλές τέτοιες έτυχε να γνωρίσω στα μικρά μου χρόνια, που τα ΄ζησα στην παλιά παραδοσιακή κοινότητα, πανομοιότυπη -σχεδόν- με την κοινωνία του Θεοφάνη και του Τολστόι.
Δεν είχα σκοπό να γράψω για την “Ημέρα της Γυναίκας” γιαυτό με βρήκαν τα μεθεόρτια. Ανήμερα είχα μια αμφιθυμική ψυχολογία. Η αντιφατικότητα και η πολυπλοκότητα του –όλου- άλυτου γυναικείου ζητήματος, μου ανέκοπτε την όποια παρόρμηση να γράψω κάτι επί του θέματος. Το μέγα τούτο θέμα όλους “τους φιλοσόφους -που ασχολήθηκαν μ΄ αυτό- ασόφους κατέδειξε”, και “εμωράνθησαν δεινοί συζητηταί”, όπως θα ακούσουμε στους Χαιρετισμούς, για την πρώτη γυναίκα τη Θεομήτορα, οπότε η ασημαντότητα μου είναι τελείως ανεπαρκής και ν΄ αγγίξει το Ζήτημα!
Όμως φυλλομετρώντας ένα χοντρό βιβλίο, που παρουσιάζει τον μεγάλο –το μεγαλύτερο για μένα- Αγιογράφο, τον Θεοφάνη τον Έλληνα, σταμάτησα σε μια αγιογραφία του με τον τίτλο: “H Άγνωστη Αγία”. Τούτο έδεσε κάπως το σαθρό και φασίζον οικοδόμημα του λεγόμενου Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού. Ο Θεοφάνης τον εξάγνισε λίγο στην ιερή κολυμπήθρα της τέχνης του. Πρώτα λοιπόν “τω Αγνώστω θεώ” μετά η “Άγνωστη Αγία” και τέλος “ο... Άγνωστος Στρατιώτης”.
Διάβαζα κάπου ότι ο Τολστόι κι ο Γκόρκι συνάντησαν σ΄ ένα χωριό μια γεροδεμένη χωριάτισσα να δουλεύει, με κάτι καπούλια ανώτερα κι από καλοθρεμμένη φοράδα, και λέει ο Τολστόι: “Eυτυχώς που υπάρχουν κι αυτές οι γυναίκες, οι οποίες όχι μόνο συντηρούν αλλά και βελτιώνουν το ανθρώπινο είδος, γιατί αν περιμέναμε τις ντελικάτες αριστοκράτισσες, το είδος μας θα είχε εξαφανιστεί”. Αυτήν ακριβώς τη γυναίκα εκλαμβάνω ως Άγνωστη Αγία και πολλές τέτοιες έτυχε να γνωρίσω στα μικρά μου χρόνια, που τα ΄ζησα στην παλιά παραδοσιακή κοινότητα, πανομοιότυπη -σχεδόν- με την κοινωνία του Θεοφάνη και του Τολστόι.
Τετάρτη 2 Μαρτίου 2016
1 Οι απόκριες του Ευρυτάνα..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Αύριο είναι τσικνοπέμπτη.
Εμείς οι γεροντόγεροι τώρα τελευταία τη μάθαμε. Παλιά δεν περίσσευαν κρέατα ώστε να τσικνίσουμε και τη Πέμπτη και να φάμε και τις αποκρές, που τις περιμέναμε να γευτούμε το τελευταίο λουκάνικο της χριστουγεννιάτικης ευωχίας, να φάμε τον κόκορα, που έβραζε στο κακάβι και την πίττα που ψηνόταν στη γάστρα. Σιχαθήκαμε το κρέας έλεγαν: “Τρώμε συνέχεια Χ΄στού, Λαμπρή και καμμιά φορά και τ΄ς Αποκρές”.
Τις Απόκριες δεν περιμέναμε μόνο το ασύστολο φαγοπότι αλλά και να ντυθούμε μπούλες ή μασκαράδες. Φοράγαμε ότι πιο περίεργο βρίσκαμε, βάζαμε ένα αγανό κεφαλομάντηλο της μάννας μας για προσωπίδα, γεμίζαμε ένα φθαρμένο τσουράπι με στάχτη και οργανωμένοι σε ομάδες γυρίζαμε όλο το χωριό. Σε καλές εποχές διοργανωνόταν και αποκριάτικο γλέντι με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων.
Γιορτάζαμε τις απόκριες όπως σ΄ όλη την Ελλάδα. Οι μπούλες κι ο αλευροπόλεμος (σταχτοπόλεμος για μας) ήταν σταθερές αποκριάτικες αξίες.
Τα τελευταία χρόνια οι ρηξικέλευθοι Καρπενησιώτες παρελαύνουν με κάτι γελοία άρματα και κάποιοι θεατρίζουν με τον βλακώδη Πανάρατο, που πριν από χρόνια, μάλλον η τοπική Διανόηση, πρότεινε και επιβλήθηκε ως αποκριάτικο δρώμενο. Τούτος είναι ατελής διασκευή του δράματος Ερωφίλη του Χορτάτση, που διαδραματίζεται στην Αίγυπτο. Αυτόν μεταλαμπαδεύσαμε στο τεράστιο πολιτισμικό χωνευτήρι και κοσμοπολίτικο Καρπενήσι. Μάλιστα τόσο πολύ το χώνεψε η τοπική νομενκλατούρα, που κάποιοι ελαυνόμενοι από εθνική παράκρουση, έγραψαν ότι τα στρατεύματα του βασιλέως Πανάρατου έσμιξαν με το στρατό του βασιλέως Ευρύτου και όλοι μαζί κατατρόπωσαν τους θηριώδεις Γαλάτες στα Κοκάλια κι έτσι σώθηκε ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία! Ελπίζω φέτος να μην τιμήσουνε το βασιλιά Πανάρατο.
Αύριο είναι τσικνοπέμπτη.
Εμείς οι γεροντόγεροι τώρα τελευταία τη μάθαμε. Παλιά δεν περίσσευαν κρέατα ώστε να τσικνίσουμε και τη Πέμπτη και να φάμε και τις αποκρές, που τις περιμέναμε να γευτούμε το τελευταίο λουκάνικο της χριστουγεννιάτικης ευωχίας, να φάμε τον κόκορα, που έβραζε στο κακάβι και την πίττα που ψηνόταν στη γάστρα. Σιχαθήκαμε το κρέας έλεγαν: “Τρώμε συνέχεια Χ΄στού, Λαμπρή και καμμιά φορά και τ΄ς Αποκρές”.
Τις Απόκριες δεν περιμέναμε μόνο το ασύστολο φαγοπότι αλλά και να ντυθούμε μπούλες ή μασκαράδες. Φοράγαμε ότι πιο περίεργο βρίσκαμε, βάζαμε ένα αγανό κεφαλομάντηλο της μάννας μας για προσωπίδα, γεμίζαμε ένα φθαρμένο τσουράπι με στάχτη και οργανωμένοι σε ομάδες γυρίζαμε όλο το χωριό. Σε καλές εποχές διοργανωνόταν και αποκριάτικο γλέντι με τη συμμετοχή όλων των κατοίκων.
Γιορτάζαμε τις απόκριες όπως σ΄ όλη την Ελλάδα. Οι μπούλες κι ο αλευροπόλεμος (σταχτοπόλεμος για μας) ήταν σταθερές αποκριάτικες αξίες.
Τα τελευταία χρόνια οι ρηξικέλευθοι Καρπενησιώτες παρελαύνουν με κάτι γελοία άρματα και κάποιοι θεατρίζουν με τον βλακώδη Πανάρατο, που πριν από χρόνια, μάλλον η τοπική Διανόηση, πρότεινε και επιβλήθηκε ως αποκριάτικο δρώμενο. Τούτος είναι ατελής διασκευή του δράματος Ερωφίλη του Χορτάτση, που διαδραματίζεται στην Αίγυπτο. Αυτόν μεταλαμπαδεύσαμε στο τεράστιο πολιτισμικό χωνευτήρι και κοσμοπολίτικο Καρπενήσι. Μάλιστα τόσο πολύ το χώνεψε η τοπική νομενκλατούρα, που κάποιοι ελαυνόμενοι από εθνική παράκρουση, έγραψαν ότι τα στρατεύματα του βασιλέως Πανάρατου έσμιξαν με το στρατό του βασιλέως Ευρύτου και όλοι μαζί κατατρόπωσαν τους θηριώδεις Γαλάτες στα Κοκάλια κι έτσι σώθηκε ο Ελληνισμός και η Ορθοδοξία! Ελπίζω φέτος να μην τιμήσουνε το βασιλιά Πανάρατο.
Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016
0 Ξουράφι Καρπενησιώτικο..
Γράφει ο Αλέξανδρος Χουλιαράς
Η πρώτη μου πράξη αντίστασης στη Χούντα και στην κοινωνία της εκμετάλλευσης ήτανε... τρίχινη. Άφησα γένια, με αποτέλεσμα πρώτον να εισπράξω από γνωστούς μου δυο φορές συλλυπητήρια, γιατί νόμισαν οι άνθρωποι ότι πενθούσα και δεύτερο να βάλω σε δουλειά τους ξυρισμένους χωροφύλακες, οι οποίοι πείσθηκαν ότι εμυήθην εις τον κομμουνισμόν. Έτσι κατάλαβα ότι η γενειοφορία σήμαινε πράξη αντίστασης, εκείνο όμως που δεν κατάλαβα ήταν τι σημαίνει η παροιμία “ξουράφ΄ καρπενησιώτικο”.
Έπειτα από επισταμένη έρευνα κατέληξα σε τρεις εκδοχές. Πρώτη είναι η ιστορική ερμηνεία, που μας λέει ότι προήλθε επί τουρκοκρατίας, από τους Καρπενησιώτες μετανάστες στην Πόλη, οι οποίοι εμπορεύονταν ή και παρήγαγαν τα καλύτερα ξουράφια της εποχής. Δεύτερη είναι εθνολογική, δηλούσα την οξυδέρκεια των Καρπενησιωτών (δεν είναι αστείο!) και η τρίτη είναι και πάλι εθνολογική, αλλά δηλώνει κατ΄ ευφημισμό και λογοπαιγνιακώς την χοντροκοπιά και την όποια “συνοδά” βραδύνοια των Καρπενησιωτών.
Το ποιοτικό καρπενησιώτικο ξουράφι (λέμε τώρα!) επιτρέπει και το εξ ίσου πασίγνωστο καρπενησιώτικο ξύρισμα, με κρύο νερό και χωρίς σαπουνάδα.
Το παλιό ξουράφι ήταν απαραίτητο σύνεργο κάθε αξιοπρεπούς και κομψευομένου ανδρός. Το τραγούδι “Οι κλέφτες από τ΄ Άγραφα” μας πληροφορεί ότι: “οι κλέφτες εξουρίζονταν” με ξυράφια μαλαματένια και στρίβαν το μουστάκι. Σε κάθε σοβαρό χωριό υπήρχε κουρείο, όπου οι κουρείς με το ξουράφι τους ξύριζαν τελετουργικά τους άντρες της κοινότητας κάνοντας παρεμπιπτόντως κι ένα καθάρισμα αυχένος. Έτσι έβλεπες την Κυριακή αγροίκους τσοπαναραίους φρεσκοξυρισμένους,
Η πρώτη μου πράξη αντίστασης στη Χούντα και στην κοινωνία της εκμετάλλευσης ήτανε... τρίχινη. Άφησα γένια, με αποτέλεσμα πρώτον να εισπράξω από γνωστούς μου δυο φορές συλλυπητήρια, γιατί νόμισαν οι άνθρωποι ότι πενθούσα και δεύτερο να βάλω σε δουλειά τους ξυρισμένους χωροφύλακες, οι οποίοι πείσθηκαν ότι εμυήθην εις τον κομμουνισμόν. Έτσι κατάλαβα ότι η γενειοφορία σήμαινε πράξη αντίστασης, εκείνο όμως που δεν κατάλαβα ήταν τι σημαίνει η παροιμία “ξουράφ΄ καρπενησιώτικο”.
Έπειτα από επισταμένη έρευνα κατέληξα σε τρεις εκδοχές. Πρώτη είναι η ιστορική ερμηνεία, που μας λέει ότι προήλθε επί τουρκοκρατίας, από τους Καρπενησιώτες μετανάστες στην Πόλη, οι οποίοι εμπορεύονταν ή και παρήγαγαν τα καλύτερα ξουράφια της εποχής. Δεύτερη είναι εθνολογική, δηλούσα την οξυδέρκεια των Καρπενησιωτών (δεν είναι αστείο!) και η τρίτη είναι και πάλι εθνολογική, αλλά δηλώνει κατ΄ ευφημισμό και λογοπαιγνιακώς την χοντροκοπιά και την όποια “συνοδά” βραδύνοια των Καρπενησιωτών.
Το ποιοτικό καρπενησιώτικο ξουράφι (λέμε τώρα!) επιτρέπει και το εξ ίσου πασίγνωστο καρπενησιώτικο ξύρισμα, με κρύο νερό και χωρίς σαπουνάδα.
Το παλιό ξουράφι ήταν απαραίτητο σύνεργο κάθε αξιοπρεπούς και κομψευομένου ανδρός. Το τραγούδι “Οι κλέφτες από τ΄ Άγραφα” μας πληροφορεί ότι: “οι κλέφτες εξουρίζονταν” με ξυράφια μαλαματένια και στρίβαν το μουστάκι. Σε κάθε σοβαρό χωριό υπήρχε κουρείο, όπου οι κουρείς με το ξουράφι τους ξύριζαν τελετουργικά τους άντρες της κοινότητας κάνοντας παρεμπιπτόντως κι ένα καθάρισμα αυχένος. Έτσι έβλεπες την Κυριακή αγροίκους τσοπαναραίους φρεσκοξυρισμένους,
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




















