Γράφει η Χαρά-Χαρίκλεια Βλαχάκη
Το κάθε χωριό είχε την ξεματιάστρα του,την προξενήτρα ,την κομμώτρια ,την μοδίστρα του,τον τρελό του...
Το δικό μου τα είχε όλα αυτά, αλλά είχε και κάτι παραπάνω...είχε έναν <<μάγο>>!!!!!!!!!!!!
Ο συγκεκριμένος (που εμένα προσωπικά με φόβιζε σαν παιδάκι) ήταν ένας περίεργος άνθρωπος και δούλευε τον κόσμο κανονικά.
Το σπίτι του ήταν στην άκρη του χωριού και λίγο πιο κάτω ήταν η βρύση....αναγκαστικά περνούσαμε έξω από το σπίτι του για να πάμε για νερό.
Πολλές φορές βρίσκαμε περίεργα πράγματα απ' έξω, όπως κλωστές με ξυλαράκια δεμένα, η χτένες με σπάγκους κτλ. και όλα τα παιδιά περνούσαμε προσεχτικά μην τυχόν και τα πατήσουμε και πάθουμε κάτι.
Στην κούπα της βρύσης, αρκετές φορές είχαν βρει χωριανοί μέσα κάποια σχήματα από πετραδάκια και έλεγαν πως είναι δικά του καμώματα και στο τέλος σπάσανε την κούπα και έβαλαν σωλήνα να τρέχει το νερό.
Την εποχή που ήταν το φέρυ -μποτ ερχόταν κοσμοσυρροή και τον έψαχνε..ερχόταν άτεκνοι για να τους βοηθήσει να τεκνοποιήσουν ,ένας άνθρωπος που δεν είχε καν δικά του παιδιά...γεροντοκόρες να βρούνε άντρα,χωρισμένοι να σμίξουν και κάθε πονεμένος άνθρωπος με κάποιο πρόβλημα που έψαχνε λύση.
Στο χωριό δεν νομίζω να τον πίστευε κανένας ..αλλά μάλλον όλοι τον ψιλοφοβόταν.....
Είχα ακούσει μια ιστορία πως έκανε ότι πέθανε τον είχαν ετοιμάσει κανονικά και μετά δήθεν <<ζωντάνεψε>>...αυτά άκουγα εγώ διάβαζα και τα βιβλία του Μοναστηριού και από την μία τον φοβόμουν και από την άλλη τον σιχαινόμουν.
Σχεδόν όλοι στο χωριό τον φώναζαν κουμπάρο....μάγος-μάγος αλλά είχε κάνει πολλές βαπτίσεις... πιθανόν να είχε ακούσει ότι έτσι λιώνουν κάποιες αμαρτίες...
Ένα μεσημέρι του καλοκαιριού,την ώρα που πήγαινα να πάρω νερό από την βρύση μου λέει η μάνα μου''
-Πάρε αυτή την πίτα κι όπως θα περνάς δώστην στον κουμπάρο τον τάδε...δεν μου πολυάρεσε η ιδέα ,δεν ήθελα να τον βλέπω για τους λόγους που προανέφερα..αν ήταν προς το βράδυ θα έλεγα σίγουρα όχι αλλά μέρα μεσημέρι ...δεν ήθελα κιόλας να δείξω πως τον φοβόμουν,βλέπετε το έπαιζα και θαρραλέα τρομάρα μου...
Μόλις κοντοζύγωνα τον είδα από μακρυά να κάθεται στην αυλή,πλησιάζω ανοίγω την αμπάρα και πάω κοντά του..ήμουν σίγουρη ότι με είχε δει.
-Καλημέρα κουμπάρε....(τότε μέχρι το απόγευμα καλημέρα λέγαμε) μου έδωσε η μάνα μου να σου φέρω λίγη πίτα... γυρίζει απλώνει τα χέρια με κοιτάζει κάπως παράξενα και μετά γουρνώνει τα μάτια,ανοίγει διάπλατα το στόμα του και κάνει σαν να λιποθύμησε....απαίσια,τρομακτική εικόνα για ένα παιδάκι....δεν ξέρω αν τρόμαξα η τον αποσιχάθηκα μπορεί και τα δυο ... με τόσα που είχα ακούσει ήμουν μπερδεμένη με αυτό το άτομο.. χωρίς να το καταλάβω του πετάω στα μούτρα την πίτα και έτρεξα όσο μπορούσα..
Γυρίζοντας από την βρύση κοίταξα λοξά να δω αν ήταν ακόμα εκεί πεσμένος...σιγά μην ήταν , σιγουρεύτηκα πια πως ήταν ένας απατεώνας και απλά ήθελε να μας τρομοκρατεί.. ούτε καν το ανέφερα στο σπίτι αλλά ούτε και του ξαναπήγα ποτέ τίποτα,απλά όταν τον έβλεπα άλλαζα σοκάκι...κατά βάθος νομίζω ότι τον φοβόμουν πολύ.....
Κυριακή 17 Ιουλίου 2016
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)


Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου