Γράφει ο Γιώργος Χ. Κουτσιούμπας
Σου ξαναγράφω μια φορά να σου ξαναθυμίσω
αφού τώρα πια δε με ακούς να σου ξαναμιλήσω.
Κορφοανταριασαν τα βουνά και σιγοψιχαλιζουν
κλαίνε για το θανατικό κι αστραποφοβερίζουν.
Αναστενάζουν με καημό χαμηλογονατίζουν
για να περάσει ο σταυραετός και αναθεματίζουν.
Σ’ αυτό το δέντρο της αυλής δίπλα σ’ ένα παρτέρι
έστησε μια Παρασκευή ο θάνατος καρτέρι.
Καρτέρεσε το σταυραετό σε τρυφερό κλωνάρι
που λύγισε και έσπασε απ’ του αετού τη χάρη.
Και πέταξε ο σταυραετός κι έσπασε τα δεσμά του
σε πολιτείες άπονες μ’ ένα φτερούγισμά του.
Κι’ άφησε πίσω στο κλαρί το αποτύπωμα του
να μας θυμίζει πάντοτε αυτό το πέταγμα του.
Έφυγες και μας έλειψες κι’ ορφάνεψε ο τόπος
και μείναμε ολομόναχοι στης ερημιάς το σκότος.
Πήρες μαζί σου τη χαρά το γέλιο την ελπίδα
τ’ αρρώστου την παρηγοριά και τ’ ορφανού τη μοίρα.
Σε καρτερούνε σήμερα τη μέρα της γιορτής σου
οι φίλοι σου τ’ αδέλφια σου κι όλοι οι συγγενείς σου.
Σε καρτερούνε οι γέροντες τα ορφανά κ’ οι χήρες
που ’μειναν απροστάτευτοι απ της ζωής τις μοίρες.
Σε καρτερούνε τα βουνά για να τα περπατήσεις
τις στράτες που χορτάριασαν για να τις καθαρίσεις.
Σε καρτερούνε τα παιδιά που σ’ είχαν τιμονιέρη
γιατί πολύ τους έλλειψε το στιβαρό σου χέρι.
Σε καρτερεί και η Ελένη σου δίπλα στο παραθύρι
δεν πρόλαβε το πέταγμα στο αιώνιο ταξίδι.
Σ’ αναζητώ στις γειτονιές στις ρούγες στα χωραφια
στα δάση και στις ρεματιές και στων βουνών τα βράχια.
Σ’ αναζητώ στις συντροφιές σ’ όλες στις εκδηλώσεις
στις αίθουσες και στις γιορτές και στις πηγές της γνώσης.
Σ’ αναζητώ στις ρίζες σου που έχουν μαραζώσει
στις δημοσιές και στις αυλές που έχουν ερημώσει.
Σ΄ αναζητώ στον ορφανό και τον αδικημένο
στον άρρωστο και το φτωχό και τον απελπισμένο.
Και δε σε βρίσκω πουθενά μ’ ακούω τη φωνή σου
αισθάνομαι τον ίσκιο σου και την αναπνοή σου.
Πολλούς τόπους εγυρισες με χίλιες αναμνήσεις
κι’ επέστρεψες στις ρίζες σου για ν’ αποχαιρετήσεις.
Κι ο τόπος που αγάπησες σε κράτησε κοντά του
για ν’ αγναντεύεις πάντοτε την τόση ομορφιά του.
Το χώμα που σε σκέπασε και ζύμωσες μ’αγωνες
να γίνει στρώμα ανθόσπαρτο για πάντα στους αιώνες.
Να αναβλύζει αρώματα βασιλικού και δυόσμου
ν’ αρωματίζει τις ψυχές αυτού του μάταιου κόσμου.
Ότι κοιτάζω στη Βρανά εσένα μου θυμίζουν
οι ιδρώτες σου που έχυσες για πάντα την ποτίζουν.
Απ’ όλες τις βρύσες με νερό θα πιω να ξεδιψάσω
απ’ το νερό της λησμονιάς δεν πίνω μην ξεχάσω.
Ο ανιψιός σου ,
Γιώργος Χ. Κουτσιούμπας.
Πέμπτη 21 Ιουλίου 2016
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης
(
Atom
)

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου